Αποκαλύπτοντας την αλήθεια προς εξοικονόμηση των χρημάτων των φορολογουμένων

 Καταγγέλλοντας την εξαπάτηση των φορολογουμένων, οι whistleblowers εξοικονομούν δημόσιο χρήμα, που σημαίνει ότι οι πολίτες μπορεί να επωφεληθούν από καλύτερες δημόσιες υπηρεσίες

Για πολύ κόσμο, η πανδημία έχει καταδείξει τη σημασία των δημόσιων υπηρεσιών, ειδικά των νοσοκομείων και των σχολείων, καθώς και της χρηματοδότησης που τις υποστηρίζει. Κάθε ευρώ μετράει. Η κρίση έχει επίσης καταδείξει ότι, όταν υπάρχει μειωμένη εποπτεία του τρόπου με τον οποίο οι κυβερνήσεις δαπανούν τα χρήματα των φορολογουμένων, οι κίνδυνοι διαφθοράς αυξάνονται.

Οι whistleblowers διαδραματίζουν ζωτικό ρόλο στην προστασία του δημόσιου χρήματος. Όταν οι πολίτες καταγγέλλουν καταχρήσεις δημόσιων πόρων, μπορούν να κάνουν πραγματική διαφορά στα χρήματα που πρέπει να δαπανήσουν οι κυβερνήσεις, το οποίο σημαίνει ότι μπορούν να παρέχουν καλύτερες υπηρεσίες.

Υπόθεση στην Τσεχία

Ο κυβερνητικός αξιωματούχος Leo Steiner το είχε καταλάβει αυτό, όταν μίλησε για τη διανομή επιδοτήσεων της ΕΕ στη βορειοδυτική περιοχή της Τσεχίας. Το 2012, εντάχθηκε σε ένα τμήμα αρμόδιο για τη χορήγηση ευρωπαϊκών επιδοτήσεων, ελπίζοντας να βοηθήσει στη χρηματοδότηση πολύ αναγκαίων δημόσιων έργων, όπως σχολεία, πολιτιστικά κέντρα και αθλητικά γήπεδα.

Ωστόσο, ο Steiner γρήγορα άρχισε να έχει υποψίες. Οι επιδοτήσεις δεν φαίνονταν να πηγαίνουν εκεί που υπήρχε περισσότερη ανάγκη. Οι εύπορες περιοχές αποκόμισαν κεφάλαια για υπερτιμημένες εγκαταστάσεις, ενώ οι περιοχές που χρειάζονταν οικονομική στήριξη δεν έλαβαν τίποτα.

Στηρίζοντας την ανάγκη – Καταπολεμώντας την απληστία

Ο Steiner σύντομα κατάλαβε το γιατί. Σε συνεδρίαση της διαχειριστικής επιτροπής του προγράμματος χρηματοδότησης, είδε τα μέλη της να κατανέμουν ανοιχτά δισεκατομμύρια τσέχικες κορώνες πριν από την έκδοση προσκλήσεων για αιτήσεις έργων. Σε μια άλλη συνεδρίαση, είδε το 20% των επιχορηγήσεων ενός έργου να διατίθεται, για να δωροδοκηθούν πρόσωπα που θα λάμβαναν αποφάσεις σχετικά με το ποια έργα θα έπρεπε να προχωρήσουν περαιτέρω.

Με τη βοήθεια του παραρτήματος της Διεθνούς Διαφάνειας Τσεχίας, ο Steiner υπέβαλε αναφορά στην Αστυνομία κατά της Διαφθοράς και συνέλεξε έγγραφα για την έρευνά τους. Αυτά κατέδειξαν προεπιλογή των έργων, παραποιημένες εκθέσεις επιθεώρησης, έναν κατάλογο των προτιμώμενων σχεδίων των πολιτικών και άσκηση πίεσης στους εξωτερικούς αξιολογητές. Κρατικοί λειτουργοί είχαν απειληθεί με απόλυση, αν αρνούνταν να συμμετάσχουν στην απάτη. Πολλοί παραιτήθηκαν.

Διευθυντικά στελέχη προσπάθησαν να αναγκάσουν τον Steiner να αποσύρει τους ισχυρισμούς του. Απειλήθηκε και εγκατέλειψε τη δουλειά του, φοβούμενος για τη ζωή του, πριν υποβάλει ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων καταγγελία για χειραγώγηση της διανομής επιχορήγησης. Η κατάθεσή του βοήθησε την αστυνομική έρευνα, η οποία διαπίστωσε ότι υψηλόβαθμοι περιφερειακοί πολιτικοί συνδέονταν στενά με τις τοπικές επιχειρήσεις. Περισσότερα από τα 2/3 των έργων που είχαν ξεκινήσει μέσω του προγράμματος επιχορηγήσεων 20 δισεκατομμυρίων κορώνων (800 εκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ) ήταν αμφισβητήσιμα.

Από το 2013, αρκετοί υψηλόβαθμοι Τσέχοι αξιωματούχοι έχουν καταδικαστεί για δωροδοκία και απάτη. Συνολικά, σχεδόν 30 αξιωματούχοι, πολιτικοί και επιχειρηματίες έχουν κατηγορηθεί για κατάχρηση εξουσίας, χειραγώγηση δημοσίων συμβάσεων, δωροληψία ή διασπάθιση περιουσιακών στοιχείων. Οι δικαστικές υποθέσεις βρίσκονται σε εξέλιξη, αλλά η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ήδη επιβάλει πρόστιμο στην Τσεχία  για πάνω από 2 δισεκατομμύρια κορώνες (8 εκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ) για διασπάθιση δημόσιων πόρων.

Η υπόθεση συνέβαλε επίσης στην προώθηση της μεταρρύθμισης του συστήματος κατανομής των χρηματοδοτήσεων της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης στη χώρα. Τα χρήματα διατίθενται τώρα από έναν κεντρικό φορέα, απαλλαγμένο από αθέμιτη τοπική επιρροή, ώστε τα κονδύλια να μπορούν να ωφελήσουν καλύτερα τις κοινότητες που πραγματικά τα χρειάζονται.

Προφυλάσσοντας τους  δημόσιους προϋπολογισμούς από υπεξαίρεση

Χωρίς κατάλληλη εποπτεία, τα σημαντικά ποσά που διατίθενται στους δημόσιους προϋπολογισμούς μπορούν να δημιουργήσουν αναρίθμητες ευκαιρίες για τους επιτήδειους, ώστε να τα διοχετεύσουν προς όφελός τους.

Υπόθεση στην Ονδούρα

Τον Νοέμβριο του 2015, διερευνώντας μια αναφορά ενός whistleblower στην Ονδούρα σχετικά με αγορές φαρμάκων στο νοσοκομείο Santa Bárbara, η Διεθνής Διαφάνεια ανακάλυψε ότι οι διευθυντές νοσοκομείων χειραγωγούσαν μια διαδικασία υποβολής προσφορών αξίας άνω των 100.000 δολαρίων ΗΠΑ. Σε αντίθεση με τους κανονισμούς, «έσπασαν» τις αγορές σε μικρότερες παρτίδες, αποφεύγοντας έτσι το όριο που ενεργοποιεί την εφαρμογή αυστηρών κανόνων περί ανοιχτών δημόσιων διαγωνισμών και, στη συνέχεια, ανέθεσαν και τις επτά συμβάσεις στην ίδια επιχείρηση.

Διαπιστώνοντας ότι οι άλλες εταιρείες υποβολής προσφορών δεν ήταν καταχωρημένες, και υποψιαζόμενο ότι δεν υπήρχαν, το παράρτημα της Διεθνούς Διαφάνειας στην Ονδούρα επικοινώνησε με τις εθνικές αρχές. Το 2017, η αστυνομία πραγματοποίησε επιδρομή στο νοσοκομείο, κατάσχοντας έγγραφα και συλλαμβάνοντας 7 διευθυντές. Εξ αυτών 3 είχαν υπογράψει αποδείξεις για τα φάρμακα και την εγκεκριμένη πληρωμή, αλλά η απογραφή του νοσοκομείου έδειξε ότι τα φάρμακα δεν είχαν παραδοθεί ποτέ, στερώντας έτσι από τους ασθενείς τα απαραίτητα φάρμακα. Εξ αυτών 2, συμπεριλαμβανομένου του διευθυντή του νοσοκομείου, έχουν καταδικαστεί μέχρι στιγμής, έκαστος σε 7 χρόνια φυλάκιση.

Υπόθεση στην Αργεντινή

Ομοίως, whistleblowers στην Αργεντινή ισχυρίστηκαν ότι ανώτεροι αξιωματούχοι του Εθνικού Τεχνολογικού Πανεπιστημίου εξέτρεψαν κεφάλαια αξίας 14 εκατομμυρίων πέσος (2,7 εκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ) από δημόσια σύμβαση για την παρακολούθηση ενός σχεδίου δημοσίων έργων. Τα δικαστήρια αποφάσισαν, το 2019, ότι ο κοσμήτορας και ο διαχειριστής του πανεπιστημίου πρέπει να λογοδοτήσουν για τα κονδύλια, τα οποία προορίζονταν για τη στήριξη ενός προγράμματος βοήθειας για οικογένειες που μαστίζονταν από την ανεργία.

Υπόθεση στην Ισπανία

Αψηφώντας τις απειλές για να αποκαλυφθεί η διαφθορά

Οι whistleblowers διαδραματίζουν σαφώς ζωτικό ρόλο στη διασφάλιση των χρημάτων των φορολογουμένων, ώστε αυτά να κατευθύνονται εκεί που πρέπει. Ωστόσο, το ενδεχόμενο αντιποίνων σημαίνει ότι η πορεία των whistleblowers είναι συχνά υπερβολικά δύσκολη και αυτό μπορεί να αποθαρρύνει κάποιους από το να να μιλήσουν. Για πάνω από 20 χρόνια, η Ana Garrido Ramos εργαζόταν στο δημαρχείο της Boadilla del Monte, κοντά στη Μαδρίτη. Το 2007, οι διευθυντές της άρχισαν να την πιέζουν να υπογράψει παράνομες συμβάσεις, που περιλάμβαναν πληρωμές προς όφελος πολιτικών. Όταν αρνήθηκε, προσπάθησαν να την δωροδοκήσουν, χωρίς επιτυχία. Στη συνέχεια, άρχισε να βιώνει σοβαρή παρενόχληση.

Υποψιαζόμενη εκτεταμένες ατασθαλίες, η Garrido Ramos ερεύνησε την υπόθεση. Σύντομα, ανακάλυψε ένα εθνικό δίκτυο διαφθοράς, και, το 2009, παρουσίασε ένα φάκελο 300 σελίδων στην Εισαγγελία κατά της Διαφθοράς.

Συγκεκριμένα, η Garrido Ramos αποκάλυψε αυτό που έγινε γνωστό ως υπόθεση ” Gürtel”, ήτοι το μεγαλύτερο σκάνδαλο διαφθοράς στη ιστορία της Ισπανίας ως δημοκρατίας. Οδήγησε στη σύλληψη πολλών υψηλόβαθμων πολιτικών του τότε κυβερνώντος Λαϊκού Κόμματος της χώρας, για δωροδοκίες, ξέπλυμα χρήματος και φορολογική απάτη. Το 2018, το σκάνδαλο ανάγκασε τον πρωθυπουργό Mariano Rajoy να παραιτηθεί και η κυβέρνησή του έπεσε.

Η Garrido Ramos κατέθεσε στο δικαστήριο και δεν παραιτήθηκε ποτέ από τη μακρά εκστρατεία της κατά της εκτεταμένης παράνομης χρήσης των χρημάτων των Ισπανών φορολογουμένων. Αντίθετα, έκανε μεγάλες θυσίες, αποκτώντας εχθρούς και υποφέροντας από απειλές και εκφοβισμό. Έκτοτε, κάνει εκστρατεία για την ολοκληρωμένη προστασία των whistleblowers.

Αν δεν είχε το θάρρος και την επιμονή να υποστηρίξει την υπόθεση, ο λαός της Ισπανίας θα μπορούσε ακόμα να χάνει εκατομμύρια ευρώ, για να πλουτίζουν διεφθαρμένoι επιχειρηματίες και πολιτικοί. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο είναι ζωτικής σημασίας οι whistleblowers να αισθάνονται αρκετά ασφαλείς, ώστε να καταγγέλλουν αδικοπραξίες.

Κάνοντας όλους να αισθάνονται ασφαλείς ώστε να καταγγέλλουν

Η υπόθεση της Anna Garrido Ramos υπογραμμίζει τη μοναδική θέση των κρατικών λειτουργών να αναφέρουν παρασκηνιακές ατασθαλίες. Οι άνθρωποι που εξαπατούν δημόσιους φορείς κρύβουν προσεκτικά τα παραπτώματά τους, που σημαίνει ότι οι whistleblowers είναι συχνά απαραίτητοι για την αποκάλυψη της αλήθειας. Ως εκ τούτου, οι δημόσιοι φορείς πρέπει να τους ενθαρρύνουν και να τους προστατεύουν.

Οι εργοδότες και οι εποπτικές αρχές πρέπει να προσφέρουν σαφείς, εμπιστευτικούς διαύλους υποβολής αναφορών και να διερευνούν αποτελεσματικά τις εν λόγω αναφορές. Οι χώρες πρέπει να υιοθετήσουν τη νομοθεσία εκείνη που προβλέπει τέτοιους μηχανισμούς και διασφαλίζει την προστασία των whistleblowers από αντίποινα.

Για να λειτουργήσει σωστά, το whistleblowing απαιτεί μια κουλτούρα υποστήριξης από τους πολίτες, ώστε όποιος έχει πληροφορία για παρανομία να  αισθάνεται ασφάλεια να καταγγείλει. Οι δημόσιες υπηρεσίες που εκτιμάμε και χρειαζόμαστε εξαρτώνται από αυτό.

Πηγή: https://www.transparency.org/en/blog/exposing-the-truth-to-save-taxpayers-money