Προς τη νέα κυβέρνηση: τηρήστε τις δεσμεύσεις σας για την καταπολέμηση της διαφθοράς

του Κώστα Μπακούρη,
Προέδρου της Διεθνούς Διαφάνειας-Ελλάδος

Κατά τα τελευταία 10ετία οι Έλληνες πολιτικοί, κατά τις προεκλογικές περιόδους, συνήθιζαν πάντα να δεσμεύονται ότι θα καταπολεμήσουν τη διαφθορά. Ωστόσο, μετά την ανάληψη της εξουσίας, τα αποτελέσματα αποδεικνύονταν συνήθως πενιχρά.

Το 2005, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής δεν τήρησε τις υποσχέσεις της προεκλογικής του εκστρατείας. Το 2009, οι δεσμεύσεις του Γιώργου Παπανδρέου οδήγησαν στη σύνταξη ενός καλού νόμου υπέρ της διαφάνειας που απαιτεί τη δημοσίευση στο διαδίκτυο όλων των κυβερνητικών αποφάσεων και των προϋπολογισμών. Ωστόσο, οι προσπάθειες έγιναν ad hoc και η θητεία του υπήρξε σύντομη.

Το 2012, ο Αντώνης Σαμαράς έκανε δεκτές τις περισσότερες προτάσεις που έγιναν από τη Διεθνή Διαφάνεια-Ελλάδος, την Task Force της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Ελλάδα (TFGR)* και το Συμβούλιο της Ευρώπης, και θεσμοθέτησε τον Εθνικό Συντονιστή για την εφαρμογή ενός «οδικού χάρτη» για την καταπολέμηση της διαφθοράς. Ωστόσο, κύρια προτεραιότητά του ήταν η τρέχουσα οικονομική κατάσταση της χώρας και μικρή προσοχή έδωσε ώστε να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα στον τρόπο οργάνωσης της καταπολέμησης της διαφθοράς.

Στο διάστημα αυτό δύο σημαντικοί νόμοι δημιουργήθηκαν, ο ένας αφορούσε στην προστασία των «μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος» (whistleblowers) και ήταν ελλιπής. Ο δεύτερος νόμος αφορούσε στη διαφάνεια στη χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων και ψηφίστηκε τον περασμένο Νοέμβριο, λόγω εξωτερικών πιέσεων. Κατά συνέπεια, διατηρούμε αμφιβολίες ως προς την εφαρμογή του.
Ο ΣΥΡΙΖΑ, ο νικητής των εκλογών της περασμένης Κυριακής, έδωσε πολλές υποσχέσεις και δεσμεύσεις για την καταπολέμηση της διαφθοράς κατά τη διάρκεια της δικής του προεκλογικής εκστρατείας. Δεσμεύσεις οι οποίες συμπεριλαμβάνουν μεταξύ άλλων: τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των δημοκρατικών θεσμών, την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής με υιοθέτηση πιο επιθετικής πολιτικής προς εκείνους που έχουν αποκρύψει τα χρήματά τους στο εξωτερικό, την εξάλειψη της επιρροής των «ολιγαρχών» μειώνοντας τις συναλλαγές τους με το κράτος, καθώς και τη θέσπιση ενός ενιαίου οργανισμού με ενισχυμένες εξουσίες για την καταπολέμηση της διαφθοράς, και όχι μόνο.

Όλα τα παραπάνω ηχούν σαν «μουσική στ’ αυτιά μας», εφ ‘όσον οι δεσμεύσεις αυτές παραμείνουν ισχυρές και ακλόνητες!
Αμέσως μετά το σχηματισμό της κυβέρνησης, η Διεθνής Διαφάνεια-Ελλάς θα επικοινωνήσει με τις αρμόδιες αρχές ώστε να διασφαλίσει ότι οι προεκλογικές υποσχέσεις δεν θα παραμείνουν κενές λέξεις. Επιπρόσθετα, ζητάμε από τη νέα κυβέρνηση να αναλάβει άμεσα δράση για τα ακόλουθα θέματα προτεραιότητας:

• Να υποστηρίξει την εκστρατεία “ΌΧΙ στην Ατιμωρησία για τους Διεφθαρμένους»/ “NO Impunity for the Corrupt” στο πλαίσιο του κυβερνητικού προγράμματος κατά της διαφθοράς.
• Να προχωρήσει σε σημαντικές βελτιώσεις στη νομοθεσία για την προστασία των «μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος» (whistleblowers). Μία βελτιωμένη νομοθεσία είναι ζωτικής σημασίας για την αποτελεσματικότητα της Υπηρεσίας «Διαφάνεια Τώρα!» που λειτουργεί η Διεθνής Διαφάνεια για να βοηθήσει ανθρώπους να καταπολεμήσουν τη διαφθορά στην καθημερινή τους ζωή.
• Να βελτιώσει τη νομοθεσία σχετικά με τις δηλώσεις των περιουσιακών στοιχείων (Πόθεν έσχες) των πολιτκών, των μελών του Κοινοβουλίου και γενικά, των δημόσιων λειτουργών. Εδώ επισημαίνουμε την ανάγκη να καταστεί εντελώς ανεξάρτητη η Επιτροπή Ελέγχου.
• Να προχωρήσει σε αλλαγή της σύνθεσης της Επιτροπής Ελέγχου η οποία θεσπίστηκε για να επιβλέπει το νόμο για τη χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων, έτσι ώστε να είναι εντελώς ανεξάρτητη και να διαθέτει τους πόρους αλλά και την ισχύ για να προωθεί την εφαρμογή.
• Να προχωρήσει σε στενή συνεργασία με το Υπουργείο Δικαιοσύνης για να προωθήσει την ταχεία εφαρμογή μέτρων με σκοπό τη βελτίωση της ταχύτητας απόδοσης δικαιοσύνης.

Η νέα κυβέρνηση φαίνεται πιο αποφασισμένη να αντιμετωπίσει τη διαφθορά. Ωστόσο, βασική προϋπόθεση είναι να επιτύχει μία συμφωνία με την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΔΝΤ σχετικά με τα αναγκαία μέτρα για την επίτευξη της ανταγωνιστικότητας και τη βελτίωση της ικανότητας της χώρας να αντιμετωπίσει τις επείγουσες οικονομικές της προτεραιότητες.

Εάν αυτά δεν επιτευχθούν, η Ελλάδα θα έρθει αντιμέτωπη με ακόμη περισσότερα προβλήματα και κατά συνέπεια, η ατζέντα με τα θέματα της διαφάνειας δεν θα λάβει τη δέουσα προσοχή που τόσο επιτακτικά χρειάζεται.